καλλιστεύω

καλλιστεύω
αμετ. отличаться красотой

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "καλλιστεύω" в других словарях:

  • καλλιστεύω — to be the finest pres subj act 1st sg καλλιστεύω to be the finest pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλλιστεύω — (AM) [κάλλιστος] μσν. (αρχ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) ὁ καλλιστεύων ο αξιωματούχος, ο προεστός, ο προύχοντας αρχ. 1. είμαι ο καλύτερος ή ο ωραιότερος, υπερέχω ως προς την ομορφιά ή την ανδρεία («καλλιστεύει πασέων τῶν ἐν Σπάρτη γυναικῶν», Ηρόδ.) 2.… …   Dictionary of Greek

  • καλλιστεύσει — καλλιστεύω to be the finest aor subj act 3rd sg (epic) καλλιστεύω to be the finest fut ind mid 2nd sg καλλιστεύω to be the finest fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλλιστεύσῃ — καλλιστεύω to be the finest aor subj mid 2nd sg καλλιστεύω to be the finest aor subj act 3rd sg καλλιστεύω to be the finest fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλλιστευόντων — καλλιστεύω to be the finest pres part act masc/neut gen pl καλλιστεύω to be the finest pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλλιστεῦον — καλλιστεύω to be the finest pres part act masc voc sg καλλιστεύω to be the finest pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλλιστεύει — καλλιστεύω to be the finest pres ind mp 2nd sg καλλιστεύω to be the finest pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλλιστεύοντα — καλλιστεύω to be the finest pres part act neut nom/voc/acc pl καλλιστεύω to be the finest pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλλιστεύοντι — καλλιστεύω to be the finest pres part act masc/neut dat sg καλλιστεύω to be the finest pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλλιστεύουσι — καλλιστεύω to be the finest pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) καλλιστεύω to be the finest pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκαλλιστευμένον — καλλιστεύω to be the finest perf part mp masc acc sg καλλιστεύω to be the finest perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»